εκδικάζω

εκδικάζω
μετ. юр. рассматривать, слушать;

εκδικάζω υπόθεση — рассматривать (слушать) дело


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "εκδικάζω" в других словарях:

  • εκδικάζω — εκδικάζω, εκδίκασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εκδικάζω — (AM ἐκδικάζω) διεξάγω (ως δικαστής) δίκη, κρίνω μια υπόθεση ώς το τέλος («οἱ ναυτοδίκαι οὐκ ἐξεδίκασαν», Λυσ.) αρχ. 1. μέσ. επιζητώ δικαστικά το δίκιο μου 2. κατηγορώ 3. εκδικούμαι, παίρνω εκδίκηση …   Dictionary of Greek

  • εκδικάζω — εκδίκασα, εκδικάστηκα, εκδικασμένος, μτβ. (για δικαστή), δικάζω, διεξάγω δίκη, φέρνω σε τέλος δικαστική υπόθεση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐκδικῶν — ἐκδικάζω decide fut part act masc voc sg ἐκδικάζω decide fut part act neut nom/voc/acc sg ἐκδικάζω decide fut part act masc nom sg (attic epic ionic) ἐκδικάζω decide fut part act masc voc sg ἐκδικάζω decide fut part act neut nom/voc/acc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδικᾷ — ἐκδικάζω decide fut ind mid 2nd sg (epic) ἐκδικάζω decide fut ind act 3rd sg (epic) ἐκδικάζω decide fut ind mid 2nd sg (epic) ἐκδικάζω decide fut ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδικάζομεν — ἐκδικάζω decide pres ind act 1st pl ἐκδικάζω decide pres ind act 1st pl ἐκδικάζω decide imperf ind act 1st pl (homeric ionic) ἐκδικάζω decide imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδικάζουσι — ἐκδικάζω decide pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐκδικάζω decide pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) ἐκδικάζω decide pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐκδικάζω decide pres ind act 3rd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδικάσοντι — ἐκδικάζω decide fut part act masc/neut dat sg ἐκδικάζω decide fut ind act 3rd pl (doric) ἐκδικάζω decide fut part act masc/neut dat sg ἐκδικάζω decide fut ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδικῇ — ἐκδικάζω decide fut ind mid 2nd sg (doric) ἐκδικάζω decide fut ind act 3rd sg (doric) ἐκδικάζω decide fut ind mid 2nd sg (doric) ἐκδικάζω decide fut ind act 3rd sg (doric) ἐκδικέω avenge pres subj mp 2nd sg ἐκδικέω avenge pres ind mp 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδικῶσιν — ἐκδικάζω decide fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐκδικάζω decide fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) ἐκδικάζω decide fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐκδικάζω decide fut ind act 3rd pl (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδικασθεισῶν — ἐκδικάζω decide aor part pass fem gen pl ἐκδικάζω decide aor part pass fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»